Ο «Άνθρωπος του Θεού» δεν έχει σκηνοθέτη και δεν έχει ίχνος από ποίηση ταρκοφσκικού τύπου - ValueNews.gr
Αθήνα booked.net
+14°C
target="_blank" style="color:#ffffff;" href="http://ibooked.gr/weather/athens-18328" class="booked-weather-160x36-city">Αθήνα booked.net
+14°C

προσφατα

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2021

Ο «Άνθρωπος του Θεού» δεν έχει σκηνοθέτη και δεν έχει ίχνος από ποίηση ταρκοφσκικού τύπου

Ο «Άνθρωπος του Θεού» είναι ένα ολότελα αδιάφορο έργο με πολλά προβλήματα τεχνικής - σκηνοθετικής φύσης, που δεν ξέρει αν θέλει να είναι στεγνή ιστορική βιογραφία ή θρησκευτική ταινία.



Θα ξεκινήσω την κριτική μου κάπως ανορθόδοξα: Προχθές είχα επισκεφτεί τον Δημήτρη Πουλικάκο όπου, μεταξύ άλλων, πιάσαμε την κουβέντα και για τον περιβόητο ή, σωστότερα, τον διαβόητο «Άνθρωπο του Θεού», μια και οι περισσότερες κριτικές δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτικές. Του διάβασα την κριτική του Ηλία Φραγκούλη για το freecinema.gr από το κινητό μου. Ο θείος Νώντας σαν να δάγκωσε τα χείλια του και σαν τελείωσα τη μακροσκελή ανάγνωση έκανε ένα μόνο σχόλιο: «Πρέπει να'ναι σπουδαία κωμωδία αυτή». Την κριτική πάλι του Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη δεν του τη διάβασα. Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κριτικές, το ίδιο ακραίες ενδεχομένως, από δύο θεωρητικούς γνώστες του κινηματογράφου.

Θέλω να το ξεκαθαρίσω: Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να πήγαινα να έβλεπα ταινία με τον βίο του Αγίου Νεκταρίου. Αυτά τα έκανε κάποτε ο Μάριος Ρετσίλας και τον λέγαμε «cult» και «trash» τον δόλιο! Που νά'ξερε ότι τριάντα χρόνια αργότερα μια ταινία θεματικής σαν των δικών του πονημάτων θα είχε guest star τον Μίκι Ρουρκ και στους τίτλους της θα φιγουράριζε η, γνωστή στο πανελλήνιο για το σκάνδαλο του 2008, Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.

Επί του παπλώματος τώρα, ο «Άνθρωπος του Θεού» δεν είναι καμία υπερπαραγωγή χολιγουντιανού τύπου, ούτε καν μια μεγάλη παραγωγή για τα δικά μας δεδομένα. Υπάρχει μια αξιοποίηση δυο - τριών επιβλητικών «έτοιμων» χώρων και μερικών φυσικών τοπίων, αλλά με μία άρτια ομολογουμένως καλλιτεχνική διεύθυνση, δηλαδή καλά κοστούμια και καλό μακιγιάζ. Κι επειδή το μακιγιάζ είναι ένας νευραλγικός τομέας για το ελληνικό σινεμά, ειδικά τα παλιότερα χρόνια, θα έλεγα πως το πιο δυνατό σημείο της ταινίας είναι ακριβώς το μακιγιάζ, που καταφέρνει να γεράσει εντυπωσιακά και πειστικότατα τον Άγιο Νεκτάριο.

Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τη σκηνοθεσία της Γελένα Πόποβιτς, την οποία θα χαρακτήριζα ανύπαρκτη. Δεν νομίζω να την ενδιέφερε ιδιαιτέρως το πλανάρισμα της κι εδώ έγκειται ακριβώς η ιεροσυλία ορισμένων να ταυτίζουν αυτό που είδαμε με το «Αντρέι Ρουμπλιόφ» του Ταρκόφσκι! Αν είναι δυνατόν! Ο Ταρκόφσκι ήταν ένας ποιητής της εικόνας - όσο κλισέ κι αν ακούγεται, έστηνε γεωμετρικά πλάνα και η όλη του, χριστιανικού τύπου, προβληματική πήγαζε από την επιθυμία να κάνει σινεμά, το οποίο θα στέκεται ως φιλοσοφικό δοκίμιο. Καμία σχέση - και είμαι κάθετος σ' αυτό - με την εργασία της Πόποβιτς, που στοχεύει ξεκάθαρα σ' ένα εμπορικό σινεμά, το οποίο σινεμά θα μπορούσε να ήταν κι ένα τηλεοπτικό σήριαλ σε συνέχειες, λέμε τώρα...Δεν αποτελεί μομφή αυτή μου η κρίση, απλά θα τρίζουν τα κόκαλα του Ταρκόφσκι και του Ντράγερ και δεν μου αρέσει μια τέτοια σκέψη.

Πολλά ειπώθηκαν και για τη μουσική του μεγάλου Πολωνού συνθέτη Ζμπίγκνιου Πράισνερ. Μην τρελαίνεστε! Ο Πράισνερ έχει δεσμούς με τη χώρα μας, ως γνωστόν έχει γράψει μουσική και για ταινία της συχωρεμένης Λουκίας Ρικάκη, ενώ κι εγώ είχα αξιωθεί να του πάρω μία ενδιαφέρουσα συνέντευξη κάποτε για το περιοδικό «Δίφωνο». Εύχομαι να καλοπληρώθηκε γι' αυτή την παραγωγή, στην οποία επιχείρησε τη δημιουργία ενός κλίματος «ελληνικότητας» με τη συμβολή του Πάνου Δημητρακόπουλου στο κανονάκι, αλλά φοβάμαι πως τούτη τη φορά δεν χτύπησε κόκκινο η έμπνευση του. Η μουσική του, που προσφέρεται αφειδώς στην ταινία, άλλοτε ως «χαλί» και άλλοτε πιο «μπροστά», θυμίζει ένα κράμα Σταμάτη Σπανουδάκη και Ευανθίας Ρεμπούτσικα με δραματικές εξάρσεις επίσης εμπορικού τύπου, ικανές να συγκινήσουν ένα αμύητο στο έργο του λαϊκό κοινό, μα όχι και τους φαν του από τις ταινίες του Κισλόφσκι λόγου χάριν.

Χρήστος Λούλης - Άρης Σερβετάλης

Πάμε τώρα στις ερμηνείες των ηθοποιών. Θεωρώ μέγιστο λάθος που έβαλαν τους Έλληνες ηθοποιούς να μιλάνε ελληνο-αγγλικά. Αφού το κάνεις που το κάνεις με σκοπό τη διεθνή πιάτσα, κάνε κι ένα καλό ντουμπλάζ να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Εκεί την πάτησε και ο πρωταγωνιστής Άρης Σερβετάλης, που το σκηνοθετημένα (υποθέτω) υποτονικό του παίξιμο στο πλαίσιο μιας «αγιοσύνης», πραότητας κλπ. σε συνδυασμό με τη μέτρια έως κακή αγγλική προφορά του, έκανε την κατάσταση επιεικώς αφόρητη. Κι ενώ σωματικά/ κινησιολογικά ήταν άψογος, πετυχαίνοντας να αποδώσει τον χαρακτήρα σε διαφορετικές ηλικίες, μόλις άνοιγε το στόμα του εμένα μού θύμιζε τον Πακιστανό στο ψιλικατζίδικο που πετάγομαι για τα τσιγάρα μου και που τα ελληνικά του μοιάζουν να χτυπάνε στο ρυθμό ινδικού tabla drum κάθε φορά. Δεν έχω καμία διάθεση για χαβαλέ αυτή την ώρα, την αλήθεια μου καταθέτω. Κι έτσι πήγε στο βρόντο κάθε προσπάθεια για να ενταχθώ κι εγώ ο άθρησκος στο συγκινησιακό κλίμα της ταινίας που έβλεπα. 

Τι να το κάνω δηλαδή που έβλεπα μια καλή Καριοφυλλιά Καραμπέτη και δύο εξίσου καλούς Μιχάλη Οικονόμου και Χρήστο Λούλη, όταν θα μπορούσαν να έχουν δανειστεί τις φωνές άλλων και να μην υποφέρουν τα ώτα μας με τα ελληνο-αγγλικά τους; Αυτό οι ίδιοι δεν μπορούσαν να το διεκδικήσουν από την παραγωγή, από τη σκηνοθέτιδα ή δεν ξέρω από ποιον άλλον, ως έμπειροι ηθοποιοί που είναι; Στέκομαι σ' αυτούς μόνο, άντε και στον Γεράσιμο Σκιαδαρέση σε ρόλο πολιτικού, διότι η αλήθεια είναι πως οι άλλοι Έλληνες ηθοποιοί εμφανίζονται τόσο λίγο και τόσο εντελώς σχηματικά, που περνάνε κυριολεκτικά απαρατήρητοι, βλέπε Νικήτας Τσακίρογλου και Τάνια Τρύπη.

Άσε δε την ιστορία με τον Μίκι Ρουρκ στο πλαίσιο προώθησης της ταινίας! Και πάλι μην τρελαίνεστε! Ο Μίκι Ρουρκ παίζει στο τελευταίο πεντάλεπτο της ταινίας, υποδυόμενος τον παράλυτο που τον κάνει καλά ο Άγιος Νεκτάριος από το διπλανό νεκροκρέβατο. Πρωτοπόρος στην αξιοποίηση ξένων σταρ στις δικές του νοσηρές cult ταινίες υπήρξε ο γνωστός και μη εξαιρετέος Νικ Μαστ στα seventies. Οι ξένοι σταρ, ξέρετε, είναι επαγγελματίες, τους «τρέχουν» μάνατζερ και μεγάλα γραφεία σ' όλο τον κόσμο, ενώ συχνά πληρώνονται με το κομμάτι. Όπου «κομμάτι» σημαίνει ο χρόνος που θα απασχοληθούν. Υποθετικά μιλώντας, επειδή η σκηνή με τον Μίκι Ρουρκ γυρίστηκε στάνταρ μέσα σ' ένα 24ωρο μάξιμουμ, ο άνθρωπος έκλεισε ένα καλό deal και αποφάσισε να συμμετάσχει σε μία ξένη ταινία χωρίς καμία περαιτέρω αξίωση. Και να ο κράχτης για να τσιμπήσει το κοινό της χριστιανικής ψωροκώσταινας, που εις μάτην προσπαθεί να κάνει connection με τον Μίκι Ρουρκ του «Δαιμονισμένου Άγγελου» ή των «Εννιάμισι εβδομάδων» χωρίς την Κιμ Μπάσιντζερ κιόλας...

Αυτά σε ότι αφορά το τεχνικό σκέλος της ταινίας. Σε θεωρητικό επίπεδο τώρα, ενώ η όλη φάση ξεκινάει και τελειώνει με το ανελέητο κυνηγητό του πράου Αγίου από τον κακό κλήρο και την πολιτική εξουσία, γίνεται σαφές πως το σενάριο αποπειράται να αποδώσει στον Νεκτάριο κάτι από την ιστορία του «επαναστάτη» Ιησού Χριστού. Το μεταφυσικό στοιχείο παραγκωνίζεται κάπως, στη δράση δεν τονίζονται τα θαύματα του Αγίου, με την αγιοσύνη του να υποσκάπτεται τεχνηέντως από την γήινη και ανθρώπινη υπόσταση του. Στην αρχή, για παράδειγμα, ο Νεκτάριος αγωνίζεται να γίνει Πατριάρχης και να ανελιχθεί στις τάξεις της Εκκλησίας, στη συνέχεια όμως επιλέγει να αποτραβηχτεί σ' ένα μοναστήρι στην Αίγινα. Είναι ακριβώς όπως ο Ιησούς κάθε φορά στον κινηματογράφο γίνεται συμπαθής για τα δεινά που τραβάει απ' τους επί γης δικαστές και εκτελεστές του. Είναι πολύ πιο δυνατή η σκηνή που ο Χριστός τα κάνει λαμπόγυαλο επειδή μετέτρεψαν τον Οίκο του Θεού σε παζάρι από εκείνη που θεραπεύει τον λεπρό ή τον δαιμονισμένο. Το ίδιο και ο Νεκτάριος: Μέχρι το τέλος του αμφισβητείται, λοιδωρείται, σαμποτάρεται, έχοντας φτιάξει βέβαια το πιστό ποίμνιο του, κατηγορείται ακόμη και για το ότι είχε ερωτικές σχέσεις με τις καλόγριες του μοναστηριού του, ενώ τρώει κι ένα γερό χαστούκι που τον ρίχνει γέρο κι αδύναμο στο χώμα, παραπέμποντας στη σκηνή με τον Ορέστη Μακρή που πουλάει τσιγάρα και ξαπλώνεται χάμω φαρδύς - πλατύς στο πραγματικά συγκινητικό «Αμαξάκι» (1957) του Ντίνου Δημόπουλου. Για τέτοιο μελό μιλάμε! Δυστυχώς, όμως, το μελό συνήθως δεν επιδέχεται ούτε καν μιας δεύτερης ανάγνωσης και εγκλωβίζεται στον άκρατο λαϊκισμό του. Άσε που τον κόβω τον Νεκτάριο να είχε πιο στενή σχέση με τον νεαρό βοηθό του, τον Κωστάκη, παρά με τις θεούσες καλόγριες του. Αμυδρός μεν, αλλά υπάρχει κι ένας τέτοιος υπαινιγμός όπως παρουσιάζεται στην ταινία.

Και κάτι ακόμα: Στο σινεμά που είδα την ταινία υπήρχε πολύς λαός μέσα. Στρογγυλοκάθισα έξω μετά το τέλος της προβολής, προσπαθώντας να κλέψω σχόλια από τα πηγαδάκια. Με ενδιέφερε τρομερά από κοινωνιολογική άποψη. Με εντυπωσίασε το ότι νέοι άνθρωποι έβριζαν - ναι, έβριζαν - τους κριτικούς που κατακεραύνωσαν την ταινία! Βασικά μόνο καλό το θεωρώ αυτό για τους συναδέλφους δημοσιογράφους - κριτικούς, αλλά και κακό για την ίδια τη νεοελληνική κοινωνία. Τέτοια στροφή στη θρησκεία, έστω και μέσω μίας ταινίας, δεν θα τη φανταζόμουν σε μία περίοδο που ακόμη δεν έχει κοπάσει το αίτημα για τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας στη χώρα μας, ενώ συχνά - συχνότατα εκπρόσωποι του κλήρου ασελγούν πάνω στο σώμα της κοινωνίας με ρατσιστικά και μισαλλόδοξα κηρύγματα μίσους. Οι νεολαίοι κάποτε στα 80s ξεσάλωναν στα θερινά τα σινεμά με «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» και break dance, όχι με το μαυροχαρχαλιασμένο παπαδαριό. Κοίτα να δεις που θα μας κάνουν να νοσταλγήσουμε τον Όμηρο Ευστρατιάδη και τον Σωτήρη Τζεβελέκο με την απείρου κάλλους «Εθνική Παπάδων»! Και για να τελειώνουμε, ψηφοφόροι είναι όλοι αυτοί οι νεολαίοι, αγαπητέ αναγνώστη, που πολύ φοβάμαι πως οι ψήφοι τους δεν θα πάνε στο ΚΚΕ, δεν θα πάνε στον ΣΥΡΙΖΑ, μα ούτε καν στη ΝΔ, αλλά στην Ελληνική Λύση του Βελόπουλου ή σε κάποιο άλλο παρεμφερές ακροδεξιό κόμμα. Άρα τι, θα με ρωτήσεις, είναι προπαγάνδα ο «Άνθρωπος του Θεού»; Κι εγώ θα σου απαντήσω πως δεν θέλω να υιοθετήσω μια τέτοια ακραία άποψη.

Ο «Άνθρωπος του Θεού» είναι για μένα ένα ολότελα αδιάφορο έργο με πολλά προβλήματα τεχνικής - σκηνοθετικής φύσης, που δεν ξέρει αν θέλει να είναι στεγνή ιστορική βιογραφία ή θρησκευτική ταινία. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, δεν έχει ίχνος ποίησης ταρκοφσκικού τύπου. Όσο για τους φίλους, οι οποίοι με παρότρυναν να μην δώσω ούτε ένα σεντ που θα πάει σε παραγωγή της Μονής Βατοπεδίου, τους απαντώ από δω πως θέλω να ενισχύω το «Τριανόν» στη γειτονιά μου και γι' αυτό μετά χαράς έκοψα στη συγκεκριμένη αίθουσα το εισιτήριο μου. Ασχέτως αν κατά τη διάρκεια της προβολής, δεν ήταν λίγες οι φορές που μονολογούσα κι έλεγα για τα τεκταινόμενα στη μεγάλη οθόνη: «Άχου και δεν με νοιάζει»...


Πηγή: https://www.koutipandoras.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Bottom Ad